επαΐω

επαΐω
(Α ἐπαΐω και συνηρ. ἐπᾴω)
νεοελλ.-αρχ.
η μτχ. επαΐων, επαΐοντες
οι επιστημονικά καταρτισμένοι σ' έναν τομέα, οι ειδικοί, οι γνώστες, οι ειδήμονες
αρχ.
1. ακούω με προσοχή, επακούω («κυνοθρασεῑς θεῶν ἐπαΐοντες οὐδέν», Αισχύλ.)
2. αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι, διακρίνω («καταγελώμενος μὲν οὐκ ἐπαΐεις ὑπ' ἀνδρῶν», Αριστοφ.)
3. εννοώ, καταλαβαίνω
(«τὴν βάρβαρον γὰρ γλῶσσαν οὐκ ἐπαΐω», Σοφ.)
4. γνωρίζω καλά, είμαι γνώστης («μηδὲν αὐλήσεως ἐπαΐοντος», Πλάτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + αΐω «αντιλαμβάνομαι, γνωρίζω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ἐπαίω — ἐπαΐω , ἐπαίω pres subj act 1st sg ἐπαΐω , ἐπαίω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαίονθ' — ἐπαΐοντα , ἐπαίω pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπαΐοντα , ἐπαίω pres part act masc acc sg ἐπαΐοντι , ἐπαίω pres part act masc/neut dat sg ἐπαΐοντι , ἐπαίω pres ind act 3rd pl (doric aeolic) ἐπᾱΐοντο , ἐπαίω imperf ind mp 3rd pl (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαίετ' — ἐπᾱΐετο , ἐπαίω imperf ind mp 3rd sg (doric aeolic) ἐπᾱΐετε , ἐπαίω imperf ind act 2nd pl (doric aeolic) ἐπαΐετε , ἐπαίω pres imperat act 2nd pl ἐπαΐετε , ἐπαίω pres ind act 2nd pl ἐπαΐεται , ἐπαίω pres ind mp 3rd sg ἐπαΐετο , ἐπαίω imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαίεσθε — ἐπᾱΐεσθε , ἐπαίω imperf ind mp 2nd pl (doric aeolic) ἐπαΐεσθε , ἐπαίω pres imperat mp 2nd pl ἐπαΐεσθε , ἐπαίω pres ind mp 2nd pl ἐπαΐεσθε , ἐπαίω imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) παίω 1 strike imperf ind mp 2nd pl παίω 2 strike imperf ind mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαίετε — ἐπᾱΐετε , ἐπαίω imperf ind act 2nd pl (doric aeolic) ἐπαΐετε , ἐπαίω pres imperat act 2nd pl ἐπαΐετε , ἐπαίω pres ind act 2nd pl ἐπαΐετε , ἐπαίω imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) παίω 1 strike imperf ind act 2nd pl παίω 2 strike imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπάιον — ἐπά̱ϊον , ἐπαίω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἐπά̱ϊον , ἐπαίω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἐπάϊον , ἐπαίω imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἐπάϊον , ἐπαίω imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαίομεν — ἐπᾱΐομεν , ἐπαίω imperf ind act 1st pl (doric aeolic) ἐπαΐομεν , ἐπαίω pres ind act 1st pl ἐπαΐομεν , ἐπαίω imperf ind act 1st pl (homeric ionic) παίω 1 strike imperf ind act 1st pl παίω 2 strike imperf ind act 1st pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαίῃ — ἐπαΐῃ , ἐπαίω pres subj mp 2nd sg ἐπαΐῃ , ἐπαίω pres ind mp 2nd sg ἐπαΐῃ , ἐπαίω pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αΐω — (I) ἀΐω (Α) [ᾰ] (επικό και λυρικό ρήμα) 1. αντιλαμβάνομαι με την ακοή, ακούω 2. αντιλαμβάνομαι με τα μάτια, βλέπω 3. αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, εννοώ 4. βάζω αφτί, προσέχω 5. υποτάσσομαι, υπακούω. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για ποιητική λ. που απαντά… …   Dictionary of Greek

  • κατεπαίοντο — κατεπᾱΐοντο , κατά ἐπαίω imperf ind mp 3rd pl (doric aeolic) κατεπαΐοντο , κατά ἐπαίω imperf ind mp 3rd pl (homeric ionic) κατά παίω 1 strike imperf ind mp 3rd pl κατά παίω 2 strike imperf ind mp 3rd pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”